Ο Πανοπτισμός στα Κοινωνικά Δίκτυα

Η ψηφιακή επανάσταση άλλαξε δραστικά την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων στον “προνομιούχο” δυτικό κόσμο. Οι αποστάσεις εκμηδενίστηκαν τόσο σε επίπεδο αγορών όσο και σε επίπεδο επικοινωνίας. Πληροφορίες πάσης φύσεως είναι προσβάσιμες στην άκρη ενός κλικ. Πολύπλοκα μέσα δημιουργίας έγιναν απλά και μέρος της καθημερινής ζωής. Τα αποθηκευτικά μέσα επιτρέπουν την δημιουργία προσωπικών συλλογών από βιβλία, εικόνες, μουσική και βίντεο. Η ενημέρωση γίνεται σε πραγματικό χρόνο και ο χρήστης έχει σοβαρές δυνατότητες επιλογής της πηγής πληροφόρησης καθώς επίσης και τη δυνατότητα να λειτουργήσει ο ίδιος σαν πηγή πληροφόρησης. Τέλος πολλές από τις καθημερινές λειτουργίες πέρασαν από το φυσικό στο δικτυακό χώρο.

Μία από τις σημαντικότερες μεταβάσεις αυτού του τύπου έγινε με τη μορφή των “κοινωνικών δικτύων” (Social Networks). Τα social networks είναι δικτυακές υπηρεσίες που επιτρέπουν στους χρήστες να διατηρούν μια προσωπική σελίδα και να έρχονται σε επαφή με άλλους χρήστες βλέποντας τις προσωπικές τους σελίδες και να επικοινωνούν μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας σχόλια, εικόνες, video, links, να παίζουν μαζί παιχνίδια ή να κανονίζουν εξόδους. Τα social networks προσπαθούν να αντικαταστήσουν ένα μεγάλο κομμάτι της καθημερινής επικοινωνίας μεταξύ φίλων και γνωστών καθώς και ένα αρκετά σημαντικό μέρος των κοινών δραστηριοτήτων.

Το πιο επιτυχημένο από αυτά τα δίκτυα είναι το facebook. Το Facebook ξεκίνησε σαν μικρή εφαρμογή επικοινωνίας μεταξύ συμφοιτητών στο Χάρβαρντ το 20041 και μέσα σε λίγα χρόνια γιγαντώθηκε, έχοντας σήμερα περισσότερους από 80 εκατομμύρια χρήστες και τιμή εξαγοράς που εκτιμάται στα 15 δισεκατομμύρια δολάρια2.

H δομή του facebook είναι απλή. Ο κάθε χρήστης δημιουργεί και επεξεργάζεται ένα “προφίλ”. Το προφίλ αυτό περιλαμβάνει μια πληθώρα πληροφοριών για το άτομό του, από φωτογραφίες διακοπών μέχρι αγαπημένα βιβλία ή πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Το επόμενο βασικό συστατικό είναι το να βρει κάποιους “φίλους” στο facebook. Οι φίλοι μπορεί να είναι παλιοί συμμαθητές (το σημείο εκκίνησης λειτουργίας του facebook), συνεργάτες, τωρινοί ή παλιοί φίλοι ή εραστές κλπ. Μιας και το προφίλ είναι δημόσιο και οι πληροφορίες του αναζητήσιμες, ο καθένας μπορεί να βρει οποιονδήποτε και ο οποιοδήποτε μπορεί να βρει τον καθένα.

Το προφίλ ενός χρήστη του facebook είναι σε διαρκή επιτήρηση από όλους. Ταυτόχρονα ο χρήστης μπορεί να επιτηρεί τα προφίλ όλων των άλλων χρηστών. Η ανάλυση του Michel Foucault για το Panopticon του Jeremy Bentham ως πρότυπο μοντέλο συστήματος ελέγχου πλησιάζει αρκετά τη δομή του facebook. Ο Bentham γράφει:

Το σύστημα τούτο είναι σημαντικό, διότι επιτρέπει την αυτοματοποίηση και την απο-ατομίκευση της εξουσίας. Η εξουσία βασίζεται τώρα πολύ λιγότερο σε ένα άτομο και πολύ περισσότερο σε μια προσχεδιασμένη κατανομή των σωμάτων, των επιφανειών, των φωτών, των βλεμμάτων· σ’ ένα σύνολο από εσωτερικούς μηχανισμούς που παράγουν οι ίδιοι τη σχέση όπου παγιδεύονται τα άτομα”[Foucault,1976]3

Το facebook πάει ένα βήμα παραπέρα. Οι χρήστες του facebook έχουν δύο σημαντικές διαφορές από τους έγκλειστους του panopticon: α) έχουν επιλέξει να βρίσκονται μέσα στο σύστημα ελέγχου και β) μπορούν να μπούν ανά πάσα στιγμή στη θέση του επιτηρητή. Η δεύτερη διαφορά είναι αυτή που προκαλεί την πρώτη. Η αίσθηση της ασφάλειας που δίνει η “ισότητα” απέναντι στην εποπτεία είναι αυτή που κάνει τους χρήστες να εμπιστεύονται στο προφίλ τους άκρως προσωπικά δεδομένα που θα ήταν ακατανόητο να τα μοιράζονται στην καθημερινή τους ζωή με τον οποιοδήποτε. Ή όπως προπαγάνδιζαν και οι αφίσες στους τοίχους του υπουργείου ανάκτησης πληροφοριών του Brazil: “Happiness, We are all in this together”i.

Η διαδικασία της επιτήρησης ξεπερνά το επίπεδο της πληροφορίας που κάποιος έχει αποθηκευμένη στο προφίλ του. Η “αθώα” περιέργεια της ανάγνωσης ενός προφίλ, γίνεται διαρκής παρακολούθηση μέσα από το μηχανισμό των “stories”(ειδήσεις). Κάθε κίνηση που κάνει κάποιος μέσα στο facebook, όπως το να σχολιάσει μια φωτογραφία, να αλλάξει κάτι στο προφίλ του, να μπει σε κάποιο γκρουπ κλπ ανακοινώνεται αυτόματα στα προφίλ όλων του των φίλων. Η παρακολούθηση αυτοματοποιείται και τελειοποιείται αφού έχει την άμεση συγκατάθεση του παρακολουθούμενου. Αυτό λειτουργεί ακριβώς όπως ο μηχανισμός αυτοπροσαρμογής των εγκλείστων του panopticon.

Το άτομο που καθυποβάλλεται σε ενα πεδίο ορατότητας, και που το ξέρει, επωμίζεται το ίδιο τους καταναγκασμούς της εξουσίας· τους προσαρμόζει αυθόρμητα στον εαυτό του δέχεται μέσα του τη σχέση εξουσίας όπου παίζει ταυτόχρονα και τους δύο ρόλους· γίνεται η βάση της ίδιας της καθυπόταξης.”[Foucault,1976]4

Ο χρήστης έχοντας γνώση πως παρακολουθείται διαρκώς σε κάθε του κίνηση, αυτοελέγχεται. Στρογγυλεύει τα σχόλιά του, αποφεύγει επαφές με άτομα που μπορεί να μην συμπαθούν οι φίλοι του και προσέχει τι είδους μουσική ή βιβλία θα παραθέσει σαν ενδεικτικά του γούστου του. Η συμπεριφορά αυτή εντείνεται από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των δικτυακών του επαφών είναι άνθρωποι που συναναστρέφεται μαζί τους καθημερινά και θα είναι σε θέση να τον κρίνουν και στην πραγματική του ζωή. Μάλιστα εντείνεται ακόμα περισσότερο όταν το προφίλ του facebook χρησιμοποιείται από ένα πιθανό εργοδότη, ή το πανεπιστήμιο που έκανε αίτηση για να τον δεχθούν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτοελέγχου είναι οι φωτογραφίες στα προφίλ. Οι περισσότερες φωτογραφίες δείχνουν τον ή την χρήστη σε ιδανικές πόζες. Σχεδόν όλοι προσπαθούν οι εικόνες τους να τους απεικονίζουν με όσο το δυνατόν μικρότερη απόκλιση από τα στερεότυπα του δυτικού κόσμου. Αν δεν τα καταφέρνουν, είτε γιατί είναι τόσο μακρυά από τα πρότυπα ομορφιάς που δεν γίνεται να τα προσεγγίσουν χωρίς τη βοήθεια επαγγελματία φωτογράφου είτε γιατί απλά βαριούνται να βγάλουν μια καλοστημένη φωτογραφία, καταφεύγουν σε τεχνάσματα όπως να βάζουν φωτογραφίες από ήρωες comics, να φορούν επίτηδες πολύ παλαβά ρούχα ή αξεσουάρ που αποκρύπτουν τα χαρακτηριστικά τους, κλπ. Ομολογουμένως υπάρχει μια μερίδα χρηστών που δεν υποκύπτει σε τέτοιες συμπεριφορές αλλά δεδομένου ότι το πλέον χρήσιμο στοιχείο για τη δημιουργία εντυπώσεων μέσα σε ένα προφίλ είναι η φωτογραφία. [Evans,2008]5

Υπάρχει και ένα δεύτερος μηχανισμός αυτολογοκρισίας. Σε αντίθεση με τις καθημερινές σχέσεις στον πραγματικό κόσμο, στο facebook και στα περισσότερα δικτυακά μέσα επικοινωνίας μεσολαβεί ένα στάδιο επεξεργασίας της συμπεριφοράς λόγω του ασύγχρονου τρόπου επικοινωνίας που έχει το μέσο. Το να απαντήσει κάποιος σε ένα σχόλιο στο προφίλ του είναι πολύ διαφορετικό ως διαδικασία από την άμεση απάντηση σε μια ερώτηση που γίνεται σε μια κουβέντα ή από την αντίδραση σε ένα πείραγμα που θα κάνει κάποιος στην παρέα. Η επικοινωνία μεταξύ φίλων γίνεται ανταλλαγή επεξεργασμένων συναισθημάτων που προσπαθούν να χωρέσουν στις 3 γραμμές ενός σχολίου ή στο ready-made emoticon, ή mini-app.

Κατ’ επέκταση οι κοινωνικές δράσεις περιορίζονται στην συμμετοχή σε κάποιο γκρουπ ή στην ανάρτηση κάποιου banner. Η άνοδος της ψηφιακής εποχής έβγαλε άλλο ένα ευμεγέθες λιθαράκι από το οικοδόμημα του δημόσιου χώρου. Του δημόσιου χώρου που από χώρος συναναστροφής, συνδημιουργίας και κοινωνικών αγώνων ήδη είχε αρχίσει να εκφυλίζεται σε χώρο μετακίνησης και πεδίο άσκησης του δικαιώματος στην κατανάλωση. Στα προφίλ του facebook μπορείς να βρείς από τα πολύ trendy γκρουπ για την καταπολέμηση του φαινομένου του θερμοκηπίου μέχρι γκρουπ για την εκστρατεία προστασίας των Σκανδιναβών γυναικείων μοντέλων εσωρούχων (με το αντίστοιχο banner). Αρκετές φορές μάλιστα συμβαίνει κάποιος χρήστης να είναι μέλος και στα δύο. Μπορεί αυτό να γίνεται καθαρά σε όρους “πλάκας” αλλά είναι ενδεικτικό της επιφανειακότητας που προωθεί αυτό το νέο είδος κοινωνικοποίησης.

Το facebook έχει επανειλημμένα βρεθεί στη θέση του κατηγορούμενου από άτομα ή οργανισμούς που ασχολούνται με ζητήματα προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Ενώ θεωρητικά υπάρχουν πολλές δικλείδες που ρωτούν το χρήστη αν επιθυμεί την αποκάλυψη ή την προστασία διαφορετικών δεδομένων του προφίλ του, για να μπορεί κάποιος να συμμετέχει πλήρως στην “εμπειρία” που προσφέρει η υπηρεσία πρέπει να επιτρέψει την αποκάλυψη των περισσότερων από αυτά.

Ο ρόλος της εταιρείας που διαχειρίζεται το facebook είναι αντίστοιχος με αυτόν του νομοθέτη που καθορίζει τους όρους διαβίωσης μέσα στο ίδρυμα. Η βασική διαφορά εδώ είναι ότι ο νομοθέτης του facebook βγάζει και μερικά εκατομμύρια κατά τη διαδικασία. Σε αντίθεση με το νομοθέτη βέβαια, η εταιρεία δεν είναι εκλεγμένη από το “λαό” της αλλά λαμβάνει αυτόματα το δικαίωμα άσκησης εξουσίας όταν ο χρήστης αποδέχεται τους όρους χρήσης της υπηρεσίας.

Η θέση του διαμεσολαβητή που έχει η εταιρεία είναι αυτός του διευθυντή της φυλακής. Ο Foucault αναφέρει πως ο διευθυντής μιας φυλακής μπορεί να παράγει κέρδος υποβάλλοντας τους κρατούμενους σε πειράματα για να μετατρέποντας το ίδρυμα σε χώρο πειραμάτων στην ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη χρήση της απομόνωσης των εγκλείστων μεταξύ τους και της έκθεσής τους σε διαφορετικές “εργαστηριακές” συνθήκες, ή με την επιβολή καταναγκαστικής εργασίας.

Αυτό είναι αδύνατο στην περίπτωση του facebook γιατί σε αντίθεση με το ιδεατό κατασκεύασμα του panopticon, δεν μπορεί λόγω της άυλης φύσης του να τους αναγκάσει να σπάνε πέτρες ή να γυρίζουν τροχούς. Αντιθέτως θέλει να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να μπορούν να ασχολούνται με το προφίλ τους. Ο διευθύνων σύμβουλος της Sun, Jonathan Schwartz, εξηγώντας σε μια ομιλία του την λογική με την οποία αντιμετωπίζει η εταιρεία του τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στο διαδίκτυο, είχε πει πως το περιεχόμενο που παράγουν οι χρήστες μιας διαδικτυακής “δημόσιας υπηρεσίας”(φωτογραφίες, video, σχόλια κλπ) είναι αυτό που δίνει αξία στην υπηρεσία αυτή. Με απλά λόγια όσο πιο πολλά video ανεβάζουμε στο youtube, τόσο πιο πολύ ανεβαίνει η αξία του δικτύου και κατ’ επέκταση η αξία της μετοχής της εταιρείαςii. Το κομμάτι της καταναγκαστικής εργασίας λοιπόν αντικαθιστάται με την εθελοντική, ή καλύτερα εθελούσια ενασχόληση με το site.

Η άλλη όμως δυνατότητα του panopticon να μπορεί να χρησιμοποιείται σαν ζωντανό εργαστήριο έρευνας πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο facebook γιατι δεν απομονώνει τους χρήστες του ούτε έχει δυνατότητα επιβολής διαφορετικών συνθηκών στον καθένα ξεχωριστά. Αντίθετα κάνει ότι είναι προγραμματιστικά δυνατό για να βρίσκονται σε διαρκή επαφή και να αλληλοεπηρρεάζονται. Το πείραμα λοιπόν θα πρέπει να πάρει άλλη μορφή για να γίνει αποτελεσματικο, δηλαδή κερδοφόρο. Αυτό επιχειρήθηκε με εισαγωγή μιας νέας “δυνατότητας” που επέτρεπε σε τρίτες εταιρείες να προσθέτουν υπό την μορφή “stories” αγορές και άλλες καταναλωτικές κινήσεις ή συνήθειες ενός χρήστη που θα επισκεπτόταν το site τους. Επί της ουσίας το facebook πούλαγε ή μάλλον καλύτερα νοίκιαζε τους χρήστες του σε τρίτους για την προώθηση των προϊόντων τους. Το αντίστοιχο στην πραγματική ζωή θα ήταν η άμεση ενημέρωση όλων των φίλων και γνωστών σας για ό,τι αγοράζατε και για όποιο κατάστημα επισκεπτόσασταν. Η δυνατότητα αυτή έχει το όνομα “beacon”6 και τελικά οι αντιδράσεις χρηστών και οργανισμών προστασίας προσωπικών δεδομένων, υποχρέωσαν τον δημιουργό του facebook σε δημόσια συγνώμη και σε υποχρεωτική ερώτηση προς τον χρήστη κάθε φορά που κάποια εταιρεία ήθελε να προσθέσει οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία στο προφίλ του7.

Η υπόθεση αυτή είναι σημαντική όχι μόνο γιατί αποτελούσε μια από τις πιο απροκάλυπτες παραβιάσεις των νόμων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων κάθε κράτους που έχει τέτοιου είδους νομοθεσία, αλλά και γιατί ήταν ενδεικτικό της σύνδεσης μεταξύ της δικτυακής προσωπικότητας του χρήστη, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από το προφίλ του, και της πραγματικής του προσωπικότητας, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από τις καταναλωτικές του συνήθειες. Πολλοί χρήστες λόγω νοοτροπίας δεν συνειδητοποιούν ότι οι κινήσεις τους στο διαδίκτυο μπορούν να έχουν αντίκρυσμα στην πραγματική τους ζωή.

Η δυνατότητα του facebook όμως που αποτελεί την επιτομή της εισβολής του ηλεκτρονικού χαφιεδισμούiii στην καθημερινή ζωή είναι το “tagging”. Καλύτερος τίτλς θα ήταν και πάλι από μια αφίσα του Brazil: Don’t suspect a friend, report him! Το tagging είναι η δυνατότητα καταγραφής πάνω σε κάθε εικόνα που αναρτάται, της πληροφορίας του προσώπου που απεικονίζεται. Σε κάθε φωτογραφία που αναρτά κάθε χρήστης έχει τη δυνατότητα να ορίζει περιοχές πάνω στην φωτογραφία που να περιλαμβάνει ένα πρόσωπο και να συσχετίσει τη φωτογραφία με το πρόσωπο αυτό. Ο χρήστης που μαρκάρεται δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το αν θέλει να συσχετιστεί το πρόσωπό του με τη συγκεκριμένη φωτογραφία. Δημιουργείται έτσι ένα διαρκές άγχος στις offline κοινωνικές δραστηριότητες. Έχοντας κάποιος στήσει το προφίλ του με προσοχή για να δείχνει αυτό που θέλει, αναγκάζεται να είναι σε ετοιμότητα κάθε φορά που μπορεί να βρεθεί κάπου με κάποιον από τους δικτυακούς του φίλους, έτσι ώστε οποιαδήποτε φωτογραφία τυχόν τραβηχθεί, να αντικατοπτρίζει ορθά το δικτυακό του προφίλ.

Δημιουργείται μια σύνδεση μεταξύ της εικονικής και της πραγματικής προσωπικότητας και συμπεριφοράς που δεν υπάρχει, τουλάχιστον σε τόσο έντονο βαθμό, με άλλες μορφές ηλεκτρονικής κοινωνικοποίησης όπως τα chat, τα forums και τα blogs. Η σύνδεση αυτή επιδιώκεται από το facebook σε κάθε ευκαιρία. Ενδεικτικό της διαφορετικότητας στην προσέγγιση της δικτυακής κοινωνικοποίησης είναι το ότι στους όρους χρήσης που αποδέχεται ο/η χρήστης περιλαμβάνεται η υποχρέωση του να χρησιμοποιήσει το πραγματικό του όνομα και τα πραγματικά του στοιχεία και ακόμα παραπέρα, να τα ανανεώνει τακτικά8. Μπορεί αυτό να συμβαίνει για την προστασία διαφόρων δημόσιων προσώπων (πχ ηθοποιοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κλπ) από τη δημιουργία πλαστών προφίλ, αλλά ταυτόχρονα είναι πρωτοφανές για τα δεδομένα του δικτυακού κόσμου όπως τον ξέραμε μέχρι σήμερα. Επί της ουσίας όσο πιο αξιόπιστα είναι τα στοιχεία του προφίλ του facebook, τόσο πιο ακριβός είναι ο χώρος διαφήμισης που μπορεί να πουλήσει η εταιρεία, μιας και οι διαφημίσεις στο διαδίκτυο είναι στοχευμένες.

Μέσα από αυτή τη σύνδεση, ο πανοπτικός μηχανισμός ελέγχου του facebook περνά από την διαδικτυακή στην πραγματική καθημερινότητα και διαμορφώνει συμπεριφορές και συνήθειες προχωρώντας το μοντέλο του panopticon του Bentham ένα βήμα μπροστά. Το στοιχείο που έλειπε από το panopticon του Bentham επιτέλους συμπληρώθηκε. Πλέον ο επιτηρούμενος έγκλειστος αυτοφυλακίζεται και αυτοεπιτηρείται μέσα σε μία παράδοξη σαδομαζοχιστική κατάσταση όπου ο χρήστης ανταλλάσσει την ιδιωτικότητά του με το δικαίωμα να παραβιάζει την ιδιωτικότητα των υπολοίπων.

Όλα τα συστήματα ελέγχου προσπαθούν να κάνουν τον έλεγχο όσο το δυνατόν πιο ενδελεχή, αλλά συγχρόνως αν πετύχουν απολύτως δεν θα έχει μείνει τίποτα πια να ελέγξουν. (…) Είναι πολύ αμφισβητήσιμο αν ο ανθρώπινος οργανισμός θα μπορούσε να επιβιώσει κάτω από ολοκληρωτικό έλεγχο. Δεν θα είχε μείνει τίποτα, καμιά προσωπικότητα να ελεγχθεί. Η ζωή είναι θέληση, κίνητρο, και οι εργάτες δεν θα είναι πια ζωντανοί, κυριολεκτικά ίσως.”[Burroughs,1978]9

i)Από την ταινία του Terry Gilliam “Brazil”, 1985. Η ταινία λαμβάνει χώρα σε ένα μελλοντικό ολοκληρωτικό καθεστώς με γελοίας έκτασης γραφειοκρατεία. Όλη η υπόθεση ξεκινά από ένα γραφειοκρατικό λάθος. Το αναφερόμενο “ministry of information retrieval” είναι ένα υπουργείο στο οποίο η “ανάκτηση πληροφορίας” επιτυγχάνεται με κτηνώδη βασανιστήρια.

ii)Στο blog του (diveintomark.org) ο Mark Pilgrim είχε αποδώσει πολύ πιο εύστοχα τον ορισμό του όρου User Generated Content:

UGC

Stands for “user-generated content,” a new form of online scam in which you make all the content, and we keep all the money.

iii)Φανταστείτε την ανάστροφη αναζήτηση, το να βρεις όλες τις φωτογραφίες που απεικονίζεται ο τάδε χρήστης και πόσο χρήσιμος είναι ένας τέτοιος όγκος πληροφορίας σε χρήσεις όπως η ηλεκτρονική αναγνώριση προσώπων

1 Wikipedia, “Facebook”, http://www.wikipedia.org/wiki/Facebook , (31-06-08)

2 Forbes Magazine billionaires list, “Forbes billionairs #785 – Mark Zuckerberg”, 2008, http://www.forbes.com/lists2008/10/billionaires08_Mark-Zuckerberg_I9UB.html , (31-06-08)

3 Michel Foucault, “Επιτήρηση και τιμωρία”, 1976[2004], μτφ.:Καίτη Χατζηδήμου – Ιουλιέτα Ράλλη,

εκδ. Ράππα

4 Michel Foucault, “Επιτήρηση και τιμωρία”, 1976[2004], μτφ.:Καίτη Χατζηδήμου – Ιουλιέτα Ράλλη,

εκδ. Ράππα

5. David Evans, “What Elements of an Online Social Networking Profile Predict Target-Rater Agreement in Personality Impressions?“, 2008, International Conference on Weblogs and Social Media

6 Facebook Press Release, “Facebook Unveils Facebook Ads”, 6-Nov-2007, http://www.facebook.com/press/releases.php?p=9176 , (31-06-08)

7 Facebook Press Release, “Announcement: Facebook Users Can Now Opt-Out of Beacon Feature”, 6-Dec-2007, http://www.facebook.com/press/releases.php?p=11174 , (31-06-08)

8 Facebook, “Terms Of Use”, http://www.facebook.com/terms.php , (31-06-08)

9 William S. Burroughs, “The limits of control”, 1978[2000], μτφ.: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης,

Advertisements

Architecture: stuck on the wrong side of the fourth wall – part b

Όσο όλο και πιο πολλές από τις καθημερινές μας δραστηριότητες μεταφέρονται από το φυσικό χώρο στο δίκτυο, τόσο περισσότερο χρόνο θα περνάμε σε αυτή την κατάσταση νάρκωσης, στο trance της μετάβασης στον κυβερνοχώρο, και τόσο περισσότερο ασήμαντος θα φαντάζει ο δομημένος χώρος γύρω μας. Και αυτό που θα πληγεί πρώτο σε αυτήν την διαδικασία θα είναι ο δημόσιος χώρος, που θα εκφυλιστεί σε χώρο αργής μετάβασης απο το ένα σημείο στο άλλο στον φυσικό χώρο, μιας και όλες οι πλευρές της δημόσιας ζωής θα γίνονται μεσω δικτύου και όχι φυσικής επαφής.

Σήμερα μπορεί ακόμα να έιναι δυσδιάκριτη αυτή η διαδικασία αποσύνδεσης από το φυσικό χώρο. Τα εικονικά περιβάλλοντα που χρησιμοποιούμε καθημερινά στη διεπαφή μας με το μέσο δεν έχουν τα στοιχέια του φυσικού χώρου και έτσι μας δίνεται η ψευδαίσθηση ότι έχουμε πλήρη συναίσθηση της μη-πραγματικής τους φύσης. Για να τα χρησιμοποιήσουμε κάνουμε κάποιες παραδοχές που φαίνονται αθώες, όπως για παράδειγμα τα εικονίδια στην επιφάνεια εργασίας. Κανουμε αυτόματα πλέον διπλό κλικ σε ένα εικονίδιο προγράματος και περιμένουμε να ανοίξει ένα παράθυρο με κάποιο πρόγραμμα για να εκτελέσουμε κάποια εργασία. Η διεργασία της ταύτισης του εικονιδίου με το πρόγραμμα γίνεται διάφανα αλλά απαιτεί ένα στάδιο αφαίρεσης. Η αφαίρεση αυτή δεν γίνεται αντιληπτή κι όμως έιναι αυτή που περιέχει την αποσύνδεση από το φυσικό χώρο γύρω μας. Η κατάσταση είναι αντίστοιχη με αυτό που συμβαίνει όταν βλέπουμε μια θεατρική παράσταση ή παρακολουθούμε μια ταινία στο σινεμά. Βρισκόμαστε σε ένα συγκεκριμένο χώρο, σε μια θέση μιας αίθουσας προβολής ή ενός θεάτρου. Παρακολουθώντας όμως το έργο αποσυνδεόμαστε από το περιβάλλον μας και ξεχνάμε προσωρινά ότι στην πραγματικότητα βρισκόμαστε σε μια αίθουσα με δεκαδες άλλους ανθρώπους και ότι η ιστορία που παρακολουθούμε είναι παράσταση,το δημιούργημα της φαντασίας ενός συγγραφέα κι ενός σκηνοθέτη, ένα ψέμα. Αυτή η συνθήκη μεταξύ κοινού και θεάματος έχει περιγραφέι με την έννοια του τέταρτου τοίχου. Ο τέταρτος τοίχος είναι το αόρατο όριο μεταξύ θεατή και θεάματος. Ο τέταρτος τοίχος είναι η διεπαφή του θεατή με το θέαμα και η διαδικασία της αποσύνδεσης απο το φυσικό χώρο γίνεται υπό την κάλυψη της ασφάλειας που δίνει το όριο αυτό. Η συνθήκη αυτή έχει γίνει αντικείμενο πειραματισμών Από τη μια ο θεατής, από την άλλη το θέαμα. Η βασική διαφορά με το ηλεκτρονικό μέσο έιναι ότι πλέον δεν υπάρχει θέαμα στην αλλη μεριά του τέταρτου τοίχου, ή τέλος πάντων οι διακρίσεις μεταξύ θεατή και θεάματος είναι δυσδιάκριτες. Ο θεατής, ο χρήστης του ιστού περνάει στην άλλη μεριά του τέταρτου τοίχου και χρησιμοποιεί το δίκτυο για να επικοινωνήσει, να αρθρώσει λόγο, να ζήσει, εκει, μέσα στο θέαμα. Ο θεατής είναι το θέαμα και μέχρι να επιστρέψει στην πραγματικότητα , μέχρι να κατέβει από τη σκηνή, σαν καλός ηθοποιός αγνοεί την ύπαρξη του κοινού που βρίσκεται από κατω. Το κοινό εδώ είναι ο φυσικός χώρος στην άλλη μεριά του τέταρτου τοίχου.

Η αίσθηση της παντοδυναμίας που νιώθει ο χρήστης λόγω της εκμηδένισης της απόστασης κατά την αστραπιαία μετάβαση από εικονικό τόπο σε εικονικό τόπο, κάνει την αποσύνδεση ακόμα πιο ισχυρή. Ο φυσικός χώρος είναι πολύ αργός για τον πολίτη-θεατή του κυβερνοχώρου. Όταν διαλύεται αυτός ο σύνδεσμος με την πραγματικότητα και ο κάτοικος του φυσικού χώρου μεταναστεύει στον εικονικό για να ζήσει εκεί τη δημόσια ζωή του, τι μένει για μας τους αρχιτέκτονες; Σε ποιό δημόσιο χώρο θα αναπτύξουμε τον αρχιτεκτονικό λόγο, τον λόγο του χώρου, όταν δεν υπάρχουν κάτοικοι για να τους δώσουν ζωή;

Architeture: stuck on the wrong side of the fourth wall – part a

Σε μια εποχή που η ολοκλήρωση του οράματος του McLuhan φαντάζει όλο και πιο κοντά μας, η υποβάθμιση της έννοιας του χώρου, του φυσικού χώρου, γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Τι σημασία έχει το που είσαι, όταν μέσω του δικτύου μπορείς να είσαι παντού και πουθενά; Το χωρικό αυτό παράδοξο του “παντού και πουθενά” γεννά την απαξίωση του φυσικού χώρου και είναι αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας του μέσου. Το μέσο, ή μάλλον καλύτερα τα μέσα, είναι το ηλεκτρονικό κύκλωμα και το δίκτυο. Το πρώτο είναι μια επέκταση του νευρικού μας συστήματος, μας χαρίζει ταχύτητα νευρώνων που το σώμα δεν θα μπορούσε ποτέ να πετύχει από μόνο του. Το δεύτερο είναι επέκταση των δυνατοτήτων επικοινωνίας του ανθρώπου. Το δίκτυο επεκτείνει και αντικαθιστά την ίδια τη γλώσσα, το λόγο.

Ο λόγος, το βασικό δομικό στοιχείο του οικοδομήματος της ανθρώπινης γνώσης, ήταν παράγωγο της ανθρώπινης ανάγκης για έκφραση, επικοινωνία. Η διαδικασία άρ8ρωσης λόγου στην καθημερινότητά μας είναι μια διαφανής διαδικασία. Από πολύ μικρή ηλικία κάθε άνθρωπος (υπό φυσιολογικές συνθήκες) είναι σε θέση να αρθρώσει λόγο για να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα. Καθημερινά χρησιμοποιούμε ασυναίσθητα κάποια φυσική γλώσσα, τη γλώσσα του σώματος και όλους τους άλλους τρόπους έκφρασης και κώδικες επικοινωνίας που έχουμε αναπτύξει για να επικοινωνούμε μεταξύ μας. Όλοι αυτοί οι μέθοδοι επικοινωνίας ήταν επαρκείς και εξελίσσονταν για πάρα πολλά χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας. Μέχρι τώρα. Τώρα που έχουμε επεκτείνει το νευρικό μας σύστημα, το μέσο παραγωγής του λόγου, με τα ηλεκτρονικά κυκλώματα όλοι οι γνωστές μας μέθοδοι επικοινωνίας είναι πια ανεπαρκής, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι αργές. Όλες αυτές οι μέθοδοι αναπτύχθηκαν με τις προδιαγραφές του παλιού, μη-βελτιωμένου νευρικού μας συστήματος και δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις νέες ταχύτητες που μπορεί να πετύχει το νέο μέσο παραγωγής λόγου, το ηλεκτρονικά βελτιωμένο νευρικό μας σύστημα. Στην ηλεκτρονική εποχή, ο λόγος, όπως τον γνωρίζαμε, αντικαθιστάτε από το δίκτυο και είμαστε βρέφη που έχουν απλά αρχίσει να αρθρώνουν τις πρώτες τους λέξεις.

Η επέκταση του νευρικού μας συστήματος με τα ηλεκτρονικά κυκλώματα επί της ουσίας ακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο όλες οι προηγούμενες τεχνολογικές εξελίξεις επιχείρησαν να επεκτείνουν το ανθρώπινο σώμα. Το αυτοκίνητο για παράδειγμα επεκτείνει τα πόδια και μειώνει τις αποστάσεις αυξάνοντας την ταχύτητα κίνησης. Ο οδηγός κάθεται στην θέση οδήγησης και χειρίζεται το αυτοκίνητο και βασίζεται στις αισθήσεις του, στο νευρικό του σύστημα δηλαδή, για να μπορέσει να οδηγήσει με επιτυχία. Απαιτείται δηλαδή από τον οδηγό να έχει συναίσθηση του φυσικού χώρου και του χρόνου για να επεκτείνει το σώμα του με το μέσο αυτό. Από τη στιγμή που στην περίπτωση του κυκλώματος αυτό που επεκτείνεται είναι το ίδιο το νευρικό σύστημα η απαίτηση αλλά και η δυνατότητα της συναίσθησης αυτής παύει να υπάρχει. Για την ακρίβεια όσο πιο πιο έντονη είναι αυτή η αποσύνδεση τόσο πιο “καλό” θεωρείται το μέσο που χρησιμοποιούμε. Η αποσύνδεση πετυχαίνεται ως ένα βαθμό σε όλα τα σημερινά εργαλεία χρήσης του ηλεκτρονικού μέσου. Από το desktop metaphor και τους browsers των γραφικών περιβαλλόντων εργασίας, μέχρι τους εικονικούς κόσμους των MMORPG και τα αυριανά περιβάλλοντα εικονικής πραγματικότητας “πλήρους βύθισης”.

Η μετάβαση του νευρικού συστήματος έξω από το ανθρώπινο σώμα και η περιπλάνηση στον κυβερνοχώρο γίνεται διάφανα όπως ακριβώς και η καθημερινή ομιλία. Ας ξεχάσουμε προς το παρόν τις χολιγουντιανές δραματοποιήσεις τύπου matrix και existenz, όπου η σύνδεση με τον κυβερνοχώρο γίνεται με καλώδια ή ομφάλιους λώρους που συνδέονται απευθείας στους νευρώνες για να επιτευχθεί η μετάβαση αυτή. Δεν χρειάζονται για να επιτευχθεί αυτή η σύνδεση με το εικονικό και η ταυτόχρονη αποσύνδεση από το πραγματικό. Συνεχίζοντας του παραδείγματος του οδηγού και του αυτοκινήτου θα προσθέσουμε τον δρόμο, το οδικό δίκτυο. Ο οδηγός έχοντας ήδη επεκτείνει τα πόδια του με το αυτοκίνητο δεν χρειάζεται να βάλει ρόδες στα πόδια του ή μια μηχανή στην κοιλιά του για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει το οδικό δίκτυο και να ολοκληρώσει την λειτουργία της μετακίνησης. Το νευρικό μας σύστημα είναι ήδη έξω από το σώμα μας και για να το χρησιμοποιήσουμε στην επικοινωνία, δηλαδή στην άρθρωση λόγου, για να το συνδέσουμε με τον κυβερνοχώρο αρκεί να συνδέσουμε τα κυκλώματα που το αντικαθιστούν.

Το χωρικό παράδοξο του “παντού και πουθενά” βρίσκεται στην καρδιά αυτής της νέας μορφής λόγου. Στον κυβερνοχώρο δεν υπάρχει απόσταση, μόνο ταχύτητα. Ο τόπος δεν είναι γραμμικά συνεχής. Η μετάβαση από τον ένα χώρο στον άλλο γίνεται ακαριαία. Δεν χρειάζεται να αφήσουμε έναν τόπο για να μεταβούμε σε κάποιον άλλο, μπορούμε να βρισκόμαστε ταυτόχρονα σε όσα διαφορετικά μέρη του κυβερνοχώρου επιθυμούμε και όσα αντέχει να διαχειριστεί το νέο μας νευρικό σύστημα, η ηλεκτρονική μηχανή. Αυτό καλύπτει το κομμάτι του παντού. Την ίδια στιγμή, πίσω στον πραγματικό χώρο, βρισκόμαστε μπροστά από κάποια οθόνη σε κάποιο γραφείο, στο τρένο χρησιμοποιώντας το κινητό μας, ή μπροστά σε ένα ΑΤΜ σηκώνοντας λεφτά στο δρόμο για τα ψώνια, χωρίς να έχει καμία απολύτως επίπτωση στον κυβερνο-τόπο που επισκεπτόμαστε μας ο χώρος αυτός. Κανένας από αυτούς τους τόπους δεν υπάρχει στον πραγματικό κόσμο, συγκροτείται από μια σειρά από 0 και 1 που μπορούν να τα αντιληφθούμε μόνο μέσα από το φίλτρο του ηλεκτρονικά βελτιωμένου νευρικού μας συστήματος. Έτσι ολοκληρώνεται το παράδοξο του “παντού και πουθενά”. Αυτό το πουθενά και ειδικά το μέρος του πουθενά που έχει να κάνει με το φυσικό χώρο είναι αυτό που πρέπει να προβληματίσει εμάς τους αρχιτέκτονες. Πως σχεδιάζεις κάτι σε ένα πουθενά;